Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Εφιάλτης στην Κουζίνα για το δικό μας στομάχι

Εφιάλτης στην Κουζίνα για το δικό μας στομάχι

Η κυρία πήγε στο κοτέτσι διάλεξε δυό κότες και τις έβαλε σε κουτί για να είναι έτοιμες την επομένη να τις σφάξει. Το πρωί ανοίγοντας την κούτα, τις βρήκε και τις δύο μαδημένες. Η αγωνία, ο σπαραγμός για το ‘τι πρόκειται να μας βγει’ τις είχε κάνει να μην κλείσουν μάτι, και η μία να μαδάει την άλλη… ή κάθε μια τον εαυτό της…. Είχαν μουδιάσει από τον φόβο και τον τρόμο. Εκείνες ήξεραν ότι η κυρία τις ταΐζει και τις προσέχει καθημερινά… αλλά τούτο που τις βρήκε… όμως είχαν εμπιστοσύνη στην κυρά που τις φρόντιζε…. Τώρα τι συμπεριφορά ήταν αυτή; Η διαίσθηση τις είχε προειδοποιήσει, ο θάνατος κουδούνιζε στ’ αυτιά και στο είναι τους σπαρταρούσε…. ήλπιζαν όμως ότι είναι απλός, ανόητος, κι αβάσιμος φόβος….

Δεν ήταν δυνατόν η φροντίδα που είχαν να τιναζόταν έτσι στον αέρα… Κρύος ιδρώτας τις έλουζε όλη νύχτα και για να διασκεδάσουν την αγωνία τους, μαδούσαν ένα ένα τα φτερά τους, μήπως κι αυτό που τους ενοχλούσε βρισκόταν εκεί μέσα…. Κι όταν είχαν τελειώσει είχε ξημερώσει κιόλας…. Η κούτα άνοιξε… ανάσα… επιτέλους…κι εμείς οι ανόητες που φοβόμασταν, να η κυρία που μας φρόντιζε… τώρα θα μας αφήσει ελεύθερες στον κήπο ξανά… Τι κουτές που ήμασταν να φοβόμαστε μια τόσο καλή κυρία που μας φρόντιζε…

Αλλά και πάλι δεν ήξεραν πώς να εξηγήσουν τον τρόμο και την φρίκη που τις περιέβαλε. Άραγε ήταν κάτι υπαρκτό; Ήταν δυνατόν; Η κυρία τις κοίταξε… η σιωπηλή τους δέηση πέρασε απαρατήρητη. Η κυρία παρατήρησε ότι ήταν μαδημένες… μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της … κάτι σαν «καλά που δεν θα μπω στον κόπο να τις μαδήσω εγώ»…. κάτι τέτοιο. Η κυρία έκανε σαν να μη συμβαίνει τίποτα… Οι κότες την κοιτούσαν μαραμένες, απελπισμένες, αποκαρδιωμένες… Δεν θα τις λυπόταν άραγε; Η κυρία δεν λυπήθηκε κανένα, ούτε πρόσεξε τον σπαραγμό της ψυχής τους… την δέηση για έλεος, για ζωή που τόσο πολύ ήθελαν να συνεχίσουν…. Η κυρία συνέχισε, με κρύο και παγωμένο πρόσωπο, με καρδιά σαν πέτρα τις άρπαξε και ‘έκανε το χρέος της’. Αυτά τα πλάσματα έχασαν την πολύτιμη ζωή τους χωρίς κανένα έλεος, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Αργότερα η κυρία όταν διηγείτο την ιστορία, γελούσε νευρικά, χωρίς να ξέρει γιατί. Στο πρόσωπό της είχε απλωθεί η ίδια παγωμάρα. Χωρίς καμία πρόκληση από κανένα συνέχισε να λέει ότι νοιώθει αμαρτωλή κι ότι φοβόταν τον θάνατο, γιατί με ‘τι μούτρα θα παρουσιαστώ επάνω;’. Στην ψυχή της λοιπόν γνώριζε την αλήθεια.

Τέτοιες και χειρότερες σκηνές απόλυτης φρίκης, πόνου και αγωνίας ζουν δισεκατομμύρια ζώα καθημερινά. Στον πλανήτη Γη, σφάζονται 6 δις ετησίως, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τα δις ψαριών που υφίστανται την ίδια μοίρα. Κλάμα, οιμωγή, πόνος κι απελπισία κατακλύζουν την ατμόσφαιρα του πλανήτη. Ποταμοί αθώου αίματος ποτίζει την γη. Αφού έχει προηγηθεί μια σύντομη ζωή απελπισίας, απόγνωσης και σιωπηλού πόνου, στις συνωστισμένες, άθλιες, παμβρώμικες και άκρως μολυσματικές, συνθήκες αυτών που ονομάζουμε φάρμες ζώων. Εκατομμύρια αρσενικά κοτοπουλάκια – αυτά τα τόσο όμορφα και χαριτωμένα που βλέπουμε σε φωτογραφίες – πολτοποιούνται ζωντανά για να γίνουν ζωοτροφές, ως άχρηστα υπόλοιπα των ορνιθοτροφείων. Νεογέννητα μοσχαράκια, κατσικάκια, αρνάκια, χωρίζονται από την μάνα τους για να οδηγηθούν, ένας Θεός γνωρίζει το που και το γιατί…. Μάλλον εμείς οι άνθρωποι που μας έταξε κηδεμόνα του ζωικού και φυσικού βασιλείου, έχουμε χάσει το μυαλό και την ψυχή μας. … Σπαράζει η καρδιά μου όταν σκέφτομαι όλες αυτές τις ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ εικόνες που εκτυλίσσονται επιμελώς κρυμμένες… Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους για τον τρόπο της ζωής τους, απλά φέρνω στο προσκήνιο ό,τι εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο ώστε να κάνουμε πληροφορημένες αποφάσεις. Ας μην είμαστε μέρος μιάς αγέλης που βαδίζει τυφλά στην ζωή, σχηματίζοντας πελατειακές ουρές για να πάρει τα λεγόμενα ‘προϊόντα’ αυτής αισχρής κι επικίνδυνης βιομηχανίας. Η εκτροφή ζώων είναι πλέον τεκμηριωμένα ως επικίνδυνη βιομηχανία:
1ον για την καταστροφή του περιβάλλοντος.
2ον για την καταστροφή της υγείας
3ον για την ηθική κατάρρευση του ανθρώπου
4ον για την εκκόλαψη νέων θανατηφόρων ιών
5ο για την πορεία της οικονομίας την πείνα της ανθρωπότητας
6ον για την ερημοποίηση της γης, την αποσάθρωση του εδάφους, την καταστροφή των δασών, το λυώσιμο των πάγων, την αύξηση της θερμοκρασίας στην βιόσφαιρα κατά 2-4 ίσως και 5 βαθμούς. Τώρα κάθε βαθμός σημειωτέων ότι αντιπροσωπεύει γεωμετρική αύξηση των καταστροφών στην γήινη ατμόσφαιρα.

Οι φυτοφάγοι, δεν είναι οι γραφικοί τύποι, με τις ιδιοτροπίες που υποχόνδρια αρνούνται να φάνε κάθε τι ζωικό. Είναι οι άνθρωποι με συνείδηση, με ενδιαφέρον για την ίδια την ζωή, με φροντίδα για το περιβάλλον, τα ζώα, την οικογένεια κ.λ.π. Είναι οι σύγχρονοι άγιοι της εποχής μας. Και σαν αληθινοί άγιοι, υφίστανται τον χλευασμό και την διαπόμπευση των άλλων. Προσωπικά έχω να τους απευθύνω τις θερμές μου ευχαριστίες για τον τρόπο ζωής τους. Τα ζώα τους στέλνουν τις μύχιες ευχές και ευλογίες, που η ζωή τους βρίσκει έλεος και χάρη. Ο Θεός σημειώνει την ευσπλαχνία τους, το περιβάλλον τους ευχαριστεί κ.ο.κ. Ενθαρρύνω τους συνανθρώπους μου να ψάξουν το θέμα, βγαίνοντας από την αγελαία κατάσταση της κατανάλωσης, να δουν την αλήθεια, γιατί η αλήθεια θα μας σώσει.




Δεύτερη Ιστορία
Ο εστιάτορας επαρχιακού εστιατορίου είχε βγάλει στην άκρη την προβατίνα και το αρνάκι της. Ετοιμαζόταν να σφάξει την προβατίνα για να κάνει ‘λαχταριστό’ βραστό. Ο βοηθός του έκανε διάφορες δουλειές στο κατάστημα, αλλά έβλεπε στην αυλή την προβατίνα με το αρνάκι της. Παρατήρησε ότι τα μάτια του μικρού έτρεχαν και η προβατίνα, του έγλυφε τα μάτια. Ήξερε τι θα ακολουθούσε και παρηγορούσε το μικρό της που θα το άφηνε πίσω μόνο κι απροστάτευτο. Το αρνάκι έκλαιγε που θα έχανε την μαμά του. Δεν καταλάβαινε γιατί τέτοια αδικία. Θέλανε και οι δυό να ζήσουν και να χαρούν την ζωή. Κάτι πήγαινε πολύ στραβά εδώ πέρα. Το αρνάκι ήταν απαρηγόρητο. Η μαμά στωικά το παρηγορούσε. Ήξερε ότι δεν υπάρχει έλεος σε παρόμοια ‘ζητήματα’ ανθρώπινης γαστέρας και ουρανίσκου. «Θεέ μου» έλεγε μέσα της! Κάνε την καρδιά μου να αντέξει. Δώσε δύναμη στο παιδί μου. «Κάνε να μην λυγίσω για να μην φοβηθεί περισσότερο κι αυτό.»

Λίγη ώρα μετά, εστιάτορας και βοηθός έψαχναν το χασαπομάχαιρο για να κάνουν την ‘δουλειά’ τους. Δεν το έβρισκαν πουθενά. Η προβατίνα στεκόταν εκεί κάπου και το αρνάκι είχε καθίσει ήσυχα πολύ πιο πέρα και δεν κουνιόταν καθόλου. Οι άλλοι έψαχναν να βρούν το μαχαίρι, αλλά μάταια. Δεν φαινόταν πουθενά. Το αρνάκι έδειχνε να κοιμάται. Μετά από πολλές ώρες ο βοηθός με οργή κλώτσησε το αρνάκι να φύγει από την θέση του…. Και τότε είδε ότι αυτό καθόταν επάνω στο χασαπομάχαιρο. Ήθελε να το κρύψει για να σώσει την μαμά του από τον θάνατο. Όταν το είδε ο βοηθός, διηγήθηκε στο αφεντικό και την προηγούμενη σκηνή που η προβατίνα έγλυφε τα δάκρυα από το αρνάκι… Είχαν μείνει άναυδοι και οι δύο. Κάτι ανθρώπινο ανασάλεψε στην καρδιά τους. Εκεί και τότε, ο εστιάτορας ένοιωσε αηδία για τον εαυτό του κι όλα όσα είχε κάνει παλιότερα. Κι αποφάσισε ότι «δεν πάει άλλο». Γονάτισε στην προβατίνα ζητώντας συντετριμμένος συγνώμη για την αγωνία που προκάλεσε στην ίδια και στο παιδί της. Εδώ και καιρό ελλόχευε μέσα του η επιθυμία να αλλάξει. Δεν θα άφηνε και τούτη την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Κήρυξε το εστιατόριό του απόλυτα φυτοφαγικό, και καλούσε τα σχολεία να περιηγηθούν τα παιδιά στον κήπο που είχε μετατρέψει σε καταφύγιο ζώων. Εκεί που ζούσε ειρηνικά η μαμά και το παιδί της, κότες, χήνες, πάπιες και άλλα ζώα… Είχε βρει την ειρήνη μέσα του!

Εφιάλτης στην Κουζίνα για το δικό μας στομάχι

Εφιάλτης στην Κουζίνα για το δικό μας στομάχι

Η κυρία πήγε στο κοτέτσι διάλεξε δυό κότες και τις έβαλε σε κουτί για να είναι έτοιμες την επομένη να τις σφάξει. Το πρωί ανοίγοντας την κούτα, τις βρήκε και τις δύο μαδημένες. Η αγωνία, ο σπαραγμός για το ‘τι πρόκειται να μας βγει’ τις είχε κάνει να μην κλείσουν μάτι, και η μία να μαδάει την άλλη… ή κάθε μια τον εαυτό της…. Είχαν μουδιάσει από τον φόβο και τον τρόμο. Εκείνες ήξεραν ότι η κυρία τις ταΐζει και τις προσέχει καθημερινά… αλλά τούτο που τις βρήκε… όμως είχαν εμπιστοσύνη στην κυρά που τις φρόντιζε…. Τώρα τι συμπεριφορά ήταν αυτή; Η διαίσθηση τις είχε προειδοποιήσει, ο θάνατος κουδούνιζε στ’ αυτιά και στο είναι τους σπαρταρούσε…. ήλπιζαν όμως ότι είναι απλός, ανόητος, κι αβάσιμος φόβος….

Δεν ήταν δυνατόν η φροντίδα που είχαν να τιναζόταν έτσι στον αέρα… Κρύος ιδρώτας τις έλουζε όλη νύχτα και για να διασκεδάσουν την αγωνία τους, μαδούσαν ένα ένα τα φτερά τους, μήπως κι αυτό που τους ενοχλούσε βρισκόταν εκεί μέσα…. Κι όταν είχαν τελειώσει είχε ξημερώσει κιόλας…. Η κούτα άνοιξε… ανάσα… επιτέλους…κι εμείς οι ανόητες που φοβόμασταν, να η κυρία που μας φρόντιζε… τώρα θα μας αφήσει ελεύθερες στον κήπο ξανά… Τι κουτές που ήμασταν να φοβόμαστε μια τόσο καλή κυρία που μας φρόντιζε…

Αλλά και πάλι δεν ήξεραν πώς να εξηγήσουν τον τρόμο και την φρίκη που τις περιέβαλε. Άραγε ήταν κάτι υπαρκτό; Ήταν δυνατόν; Η κυρία τις κοίταξε… η σιωπηλή τους δέηση πέρασε απαρατήρητη. Η κυρία παρατήρησε ότι ήταν μαδημένες… μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της … κάτι σαν «καλά που δεν θα μπω στον κόπο να τις μαδήσω εγώ»…. κάτι τέτοιο. Η κυρία έκανε σαν να μη συμβαίνει τίποτα… Οι κότες την κοιτούσαν μαραμένες, απελπισμένες, αποκαρδιωμένες… Δεν θα τις λυπόταν άραγε; Η κυρία δεν λυπήθηκε κανένα, ούτε πρόσεξε τον σπαραγμό της ψυχής τους… την δέηση για έλεος, για ζωή που τόσο πολύ ήθελαν να συνεχίσουν…. Η κυρία συνέχισε, με κρύο και παγωμένο πρόσωπο, με καρδιά σαν πέτρα τις άρπαξε και ‘έκανε το χρέος της’. Αυτά τα πλάσματα έχασαν την πολύτιμη ζωή τους χωρίς κανένα έλεος, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Αργότερα η κυρία όταν διηγείτο την ιστορία, γελούσε νευρικά, χωρίς να ξέρει γιατί. Στο πρόσωπό της είχε απλωθεί η ίδια παγωμάρα. Χωρίς καμία πρόκληση από κανένα συνέχισε να λέει ότι νοιώθει αμαρτωλή κι ότι φοβόταν τον θάνατο, γιατί με ‘τι μούτρα θα παρουσιαστώ επάνω;’. Στην ψυχή της λοιπόν γνώριζε την αλήθεια.

Τέτοιες και χειρότερες σκηνές απόλυτης φρίκης, πόνου και αγωνίας ζουν δισεκατομμύρια ζώα καθημερινά. Στον πλανήτη Γη, σφάζονται 6 δις ετησίως, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τα δις ψαριών που υφίστανται την ίδια μοίρα. Κλάμα, οιμωγή, πόνος κι απελπισία κατακλύζουν την ατμόσφαιρα του πλανήτη. Ποταμοί αθώου αίματος ποτίζει την γη. Αφού έχει προηγηθεί μια σύντομη ζωή απελπισίας, απόγνωσης και σιωπηλού πόνου, στις συνωστισμένες, άθλιες, παμβρώμικες και άκρως μολυσματικές, συνθήκες αυτών που ονομάζουμε φάρμες ζώων. Εκατομμύρια αρσενικά κοτοπουλάκια – αυτά τα τόσο όμορφα και χαριτωμένα που βλέπουμε σε φωτογραφίες – πολτοποιούνται ζωντανά για να γίνουν ζωοτροφές, ως άχρηστα υπόλοιπα των ορνιθοτροφείων. Νεογέννητα μοσχαράκια, κατσικάκια, αρνάκια, χωρίζονται από την μάνα τους για να οδηγηθούν, ένας Θεός γνωρίζει το που και το γιατί…. Μάλλον εμείς οι άνθρωποι που μας έταξε κηδεμόνα του ζωικού και φυσικού βασιλείου, έχουμε χάσει το μυαλό και την ψυχή μας. … Σπαράζει η καρδιά μου όταν σκέφτομαι όλες αυτές τις ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ εικόνες που εκτυλίσσονται επιμελώς κρυμμένες… Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους για τον τρόπο της ζωής τους, απλά φέρνω στο προσκήνιο ό,τι εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο ώστε να κάνουμε πληροφορημένες αποφάσεις. Ας μην είμαστε μέρος μιάς αγέλης που βαδίζει τυφλά στην ζωή, σχηματίζοντας πελατειακές ουρές για να πάρει τα λεγόμενα ‘προϊόντα’ αυτής αισχρής κι επικίνδυνης βιομηχανίας. Η εκτροφή ζώων είναι πλέον τεκμηριωμένα ως επικίνδυνη βιομηχανία:

1ον για την καταστροφή του περιβάλλοντος.

2ον για την καταστροφή της υγείας

3ον για την ηθική κατάρρευση του ανθρώπου

4ον για την εκκόλαψη νέων θανατηφόρων ιών

5ο για την πορεία της οικονομίας την πείνα της ανθρωπότητας

6ον για την ερημοποίηση της γης, την αποσάθρωση του εδάφους, την καταστροφή των δασών, το λυώσιμο των πάγων, την αύξηση της θερμοκρασίας στην βιόσφαιρα κατά 2-4 ίσως και 5 βαθμούς. Τώρα κάθε βαθμός σημειωτέων ότι αντιπροσωπεύει γεωμετρική αύξηση των καταστροφών στην γήινη ατμόσφαιρα.

Οι φυτοφάγοι, δεν είναι οι γραφικοί τύποι, με τις ιδιοτροπίες που υποχόνδρια αρνούνται να φάνε κάθε τι ζωικό. Είναι οι άνθρωποι με συνείδηση, με ενδιαφέρον για την ίδια την ζωή, με φροντίδα για το περιβάλλον, τα ζώα, την οικογένεια κ.λ.π. Είναι οι σύγχρονοι άγιοι της εποχής μας. Και σαν αληθινοί άγιοι, υφίστανται τον χλευασμό και την διαπόμπευση των άλλων. Προσωπικά έχω να τους απευθύνω τις θερμές μου ευχαριστίες για τον τρόπο ζωής τους. Τα ζώα τους στέλνουν τις μύχιες ευχές και ευλογίες, που η ζωή τους βρίσκει έλεος και χάρη. Ο Θεός σημειώνει την ευσπλαχνία τους, το περιβάλλον τους ευχαριστεί κ.ο.κ. Ενθαρρύνω τους συνανθρώπους μου να ψάξουν το θέμα, βγαίνοντας από την αγελαία κατάσταση της κατανάλωσης, να δουν την αλήθεια, γιατί η αλήθεια θα μας σώσει.

Δεύτερη Ιστορία

Ο εστιάτορας επαρχιακού εστιατορίου είχε βγάλει στην άκρη την προβατίνα και το αρνάκι της. Ετοιμαζόταν να σφάξει την προβατίνα για να κάνει ‘λαχταριστό’ βραστό. Ο βοηθός του έκανε διάφορες δουλειές στο κατάστημα, αλλά έβλεπε στην αυλή την προβατίνα με το αρνάκι της. Παρατήρησε ότι τα μάτια του μικρού έτρεχαν και η προβατίνα, του έγλυφε τα μάτια. Ήξερε τι θα ακολουθούσε και παρηγορούσε το μικρό της που θα το άφηνε πίσω μόνο κι απροστάτευτο. Το αρνάκι έκλαιγε που θα έχανε την μαμά του. Δεν καταλάβαινε γιατί τέτοια αδικία. Θέλανε και οι δυό να ζήσουν και να χαρούν την ζωή. Κάτι πήγαινε πολύ στραβά εδώ πέρα. Το αρνάκι ήταν απαρηγόρητο. Η μαμά στωικά το παρηγορούσε. Ήξερε ότι δεν υπάρχει έλεος σε παρόμοια ‘ζητήματα’ ανθρώπινης γαστέρας και ουρανίσκου. «Θεέ μου» έλεγε μέσα της! Κάνε την καρδιά μου να αντέξει. Δώσε δύναμη στο παιδί μου. «Κάνε να μην λυγίσω για να μην φοβηθεί περισσότερο κι αυτό.»

Λίγη ώρα μετά, εστιάτορας και βοηθός έψαχναν το χασαπομάχαιρο για να κάνουν την ‘δουλειά’ τους. Δεν το έβρισκαν πουθενά. Η προβατίνα στεκόταν εκεί κάπου και το αρνάκι είχε καθίσει ήσυχα πολύ πιο πέρα και δεν κουνιόταν καθόλου. Οι άλλοι έψαχναν να βρούν το μαχαίρι, αλλά μάταια. Δεν φαινόταν πουθενά. Το αρνάκι έδειχνε να κοιμάται. Μετά από πολλές ώρες ο βοηθός με οργή κλώτσησε το αρνάκι να φύγει από την θέση του…. Και τότε είδε ότι αυτό καθόταν επάνω στο χασαπομάχαιρο. Ήθελε να το κρύψει για να σώσει την μαμά του από τον θάνατο. Όταν το είδε ο βοηθός, διηγήθηκε στο αφεντικό και την προηγούμενη σκηνή που η προβατίνα έγλυφε τα δάκρυα από το αρνάκι… Είχαν μείνει άναυδοι και οι δύο. Κάτι ανθρώπινο ανασάλεψε στην καρδιά τους. Εκεί και τότε, ο εστιάτορας ένοιωσε αηδία για τον εαυτό του κι όλα όσα είχε κάνει παλιότερα. Κι αποφάσισε ότι «δεν πάει άλλο». Γονάτισε στην προβατίνα ζητώντας συντετριμμένος συγνώμη για την αγωνία που προκάλεσε στην ίδια και στο παιδί της. Εδώ και καιρό ελλόχευε μέσα του η επιθυμία να αλλάξει. Δεν θα άφηνε και τούτη την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Κήρυξε το εστιατόριό του απόλυτα φυτοφαγικό, και καλούσε τα σχολεία να περιηγηθούν τα παιδιά στον κήπο που είχε μετατρέψει σε καταφύγιο ζώων. Εκεί που ζούσε ειρηνικά η μαμά και το παιδί της, κότες, χήνες, πάπιες και άλλα ζώα… Είχε βρει την ειρήνη μέσα του!