Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Η Φυλή των Γιατρών

Αφιερώνεται στους πολλούς αξιόλογους κι εξαιρετικούς φίλους μου γιατρούς, με τους οποίους μας δένει αμοιβαία φιλία, τιμή και σεβασμός και προβληματιζόμαστε εξ ίσου για την ύπαρξη της λεγόμενης ‘θεραπείας’ ή του ορισμού της θεραπείας, της μανιώδους πολυφαρμακίας, της μηχανικής ιατρικής, της ιατρικής συμπεριφοράς, του ήθους και της διαφθοράς. Μεγάλο πρόβλημα επίσης αντιμετωπίζουμε με τον ορισμό της υγείας! Τι είναι υγεία; Και πως γνωρίζουμε πως είμαστε υγιείς; Τι είναι θεραπεία και πως πρέπει να γίνεται; Ποια η ηθική στάση των γιατρών απέναντι στον ονομαζόμενο ‘ασθενή’; Ο επονομαζόμενος ‘γιατρός’ είναι ισορροπημένος, είναι πνευματικά ώριμος και ηθικά κατηρτισμένος; Ο επονομαζόμενος ‘ασθενής’ είναι νοητικά και συναισθηματικά ισορροπημένος, και πνευματικά ώριμος; Το όλο σύστημα, ενθαρρύνει την υγεία, την πρόληψη και την αποκατάσταση της όντως αρμονίας, της υγείας και της ελευθερίας; Σε ποιο βαθμό ισχύει ο Ιπποκράτειος αφορισμός «θεραπευτή, θεράπευσον πρώτον σεαυτόν»; Ποια είναι η ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στην υγεία του σώματος, του συναισθήματος, και του πνεύματος; Ποια είναι η πρόληψη; Ποια είναι η σχέση δύο ανθρώπων που ο ένας αναγγέλλεται ‘ιατρός’ και ο άλλος ‘ασθενής’; Εν τέλει μήπως το όλο ζήτημα είναι η «ζωή», ο «θάνατος», η «προέλευση» και η «όντως καταγωγή» μας, το «νόημα της ζωής» και οι δυνατότητές της, και είμαστε όλοι μια ομάδα που καλείται να τα βγάλει πέρα με ειλικρίνεια, εντιμότητα, αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια;

Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτον πέθανε σε ηλικία 67 ετών. Ήταν υγιής κι ακμαιότατος, και είχε πάει ιππασία στα χιόνια. Κρυολόγησε όμως με υψηλό πυρετό και πονόλαιμο. Έπεσε στο κρεβάτι και περίμενε τους γιατρούς.

Στο τέλος του 18ου αιώνα δεν υπήρχε η θεραπευτική επιστήμη όπως την ξέρουμε σήμερα. Τότε γινόταν προσπάθεια εκ μέρους των ιατρών να ταξινομήσουν τις ανθρώπινες ασθένειες και να καταγράψουν το ιστορικό των κλινικών φαινομένων. Εμπειρική γνώση, πέρα από τις ανέκδοτες ιστορίες δεν υπήρχε. Η θεραπευτική, βασιζόταν σε δοκιμές, που με τη σειρά τους στηριζόταν σε υποθέσεις, που με την σειρά τους βασίζονταν σε ένα περίεργο δόγμα – ‘περίεργο’ διότι παρέμενε ακατανόητο – που καταγόταν από την εποχή του Γαληνού 130-200 μ.Χ. Τότε η θεραπευτική τέχνη προερχόταν από την ανατολή και οι ήχοι της φιλοσοφίας της Αγιουρβέδα καθώς και άλλων συστημάτων, έφθαναν και στα καθ’ ημάς, με τον δικό μας τρόπο ερμηνείας ή παρερμηνείας.

Ο Γαληνός είχε γράψει πάμπολλες πραγματείες για την ιατρική και την φιλοσοφία της, όπου υποστήριζε ανάμεσα σε άλλα ότι οι περισσότερες ασθένειες οφείλονται στην κακή κατανομή των «υγρών» του σώματος. Η κατανόηση της φιλοσοφίας αυτής μεταφέρθηκε με την πρακτική ρουτίνας, που αντιμετώπιζε αυτό ακριβώς το ‘πρόβλημα’: έπρεπε με κάθε μέσον να αντιμετωπιστεί η συμφόρηση των υγρών στα όργανα. Μόλις θα έλυναν αυτό το πρόβλημα, ανέμεναν να έχουν πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έπρεπε λοιπόν, με κάθε τρόπο να αφαιρεθούν τα πλεονάζοντα υγρά από τα εσωτερικά όργανα του πάσχοντος. Οι τρόποι ήταν άμεσοι και χωρίς περιστροφές. Είτε άνοιγαν μια αρτηρία και αφαιρούσαν τόσο αίμα ώστε ο ασθενής λιποθυμούσε, είτε τοποθετούσαν στο σώμα βεντούζες, για να τραβήξουν το λεμφικό υγρό, είτε χορηγούσαν τεράστιες δόσεις από υδράργυρο ή εκχυλίσματα φυτών ως καθαρτικά. Αν τίποτα δεν έφερνε αποτέλεσμα, τότε προκαλούσαν εμετό! Αν και πάλι δεν είχαν αποτέλεσμα, έ τότε σίγουρα έφταιγε ο ασθενής.

Μιλάμε φυσικά για γιατρούς, αδιαφιλονίκητες αυθεντίες στον τομέα τους, που προέρχονταν από τις Ιατρικές Σχολές του Χάρβαρντ, του Κολούμπια και του Τζέφερσον. Στην περίπτωση του Τζωρτζ Ουάσινγκτον, εφάρμοσαν ευσυνείδητα όλα όσα γνώριζαν: του έκαναν καταπλάσματα στον λαιμό, του έδωσαν ζεστό ξύδι με μέλι για γαργάρες, και μέσα στις επόμενες δύο μέρες, του τράβηξαν περίπου δύο λίτρα αίμα από μία φλέβα. Τα τελευταία λόγια που είπε στον γιατρό του ήταν: «Παρακαλώ, μην ενοχλείστε άλλο με μένα. Αφήστε με να φύγω ήσυχα».

Περίπου στο 1830, η ιατρική άρχισε να βλέπει τον εαυτό της κριτικά και να αλλάζει. Ομάδες ιατρών στην Βοστώνη, στο Παρίσι και το Εδιμβούργο έθεσαν ερωτήματα, που οι περισσότεροι συνάδελφοί τους θεώρησαν αιρετικά, αφού αμφισβητούσαν την αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών μεθόδων. Σταδιακά εμφανίστηκαν τα πρώτα παραδείγματα επιστημονικών εφαρμογών στην κλινική πρακτική. Οι ασθενείς, από τυφοειδή πυρετό και τρομώδες παραλήρημα, δύο αθεράπευτες κα θανατηφόρες ασθένειες, της εποχής, χωρίστηκαν σε δυό ομάδες. Στην μία ακολούθησαν την συνήθη αγωγή με τις αφαιμάξεις, τις βεντούζες, τα καθαρτικά κ.λ.π. Η άλλη περιορίστηκε στην ανάπαυση, την καλή διατροφή και την ιατρική παρακολούθηση. Το αποτέλεσμα, δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες και περί τα μέσα του 19ου αιώνα, ο κόσμος, άρχισε να αποφεύγει την κατεστημένη ιατρική, καθώς ξεκινούσε η περίοδος που έχει μείνει στην ιστορία ως «εποχή του θεραπευτικού μηδενισμού».

Τότε έγινε και η έκρηξη της φιλοσοφίας της ιατρικής τέχνης που οδήγησε στην δημιουργία θεραπευτικής αγωγής με επίκεντρο τον ίδιο τον ασθενή ολόκληρο, και δίχως την παρεμβολή των παρενεργειών, που μέχρι τότε θεωρούνταν σχεδόν δεισιδαιμονικά απαραίτητες να υπάρχουν. Σαν να ήταν το ‘αντίτιμο’ της θεραπείας. Η έναρξη της ομοιοπαθητικής θεώρησης της ασθένειας καθώς και της αποκατάσταση της υγείας ανιχνεύεται σ’ αυτή την πεφωτισμένη εποχή – που ξεπήδησε από την εποχή του μεγάλου σκότους. Το ίδιο και η θεραπευτική δύναμη των ανθοϊαμάτων, αλλά και η πρακτική αποκατάσταση κάθε οργάνου που πάσχει, άμεσα και διά «χειρός». Η μεγάλη αποκάλυψη που ακολούθησε την εποχή της κρίσης, και ήταν η μεγάλη επανάσταση στην ιατρική πρακτική για αιώνες, ήταν ότι πολλές ασθένειες περνούν από μόνες τους. Διανύουν την πορεία τους, αν τους επιτραπεί να το κάνουν, χωρίς παρεμβάσεις, κι όταν φθάσουν στο τέλος τους, ο κύκλος κλείνει και οι περισσότεροι ασθενείς θεραπεύονται αυτόματα. Ο τυφοειδής πυρετός, για παράδειγμα, αν και αντιπροσωπεύει μια πολύ επικίνδυνη και δυνητικά θανατηφόρα ασθένεια, διαρκεί πέντε με έξι εβδομάδες με υψηλό πυρετό, αλλά στο τέλος περίπου το 70% των ασθενών, αυτοθεραπεύονται. Η λοβώδης πνευμονία διαρκεί 10 με 14 ημέρες, ύστερα όμως στους ασθενείς με δυνατή κράση, επέρχεται η περίφημη «κρίση», μετά την οποία ο ασθενής συνέρχεται μέσα σε μία νύχτα. Οι ασθενείς που εμφανίζουν τα τρομακτικά συμπτώματα του τρομώδους παραληρήματος, αρκεί να περιορισθούν σε σκοτεινό δωμάτιο για μερικές ημέρες. Ύστερα είναι έτοιμοι να βγουν έξω. Μερικοί ασθενείς είναι βέβαια καταδικασμένοι από την αρχή, αλλά όχι όλοι. Το μάθημα όμως για τους ασκληπιάδες, ήταν πως η παλαιά θεραπευτική αγωγή, έκανε περισσότερο κακό παρά καλό.

Είναι δύσκολο να φανταστούμε – σήμερα που βλέπουμε τα πράγματα από τέτοια χρονική απόσταση – πόσο συνταραχτικά αποδείχθηκαν αυτά τα νέα για τους περισσότερους γιατρούς, αλλά και για όλους τους σκεπτόμενους και υπεύθυνους ανθρώπους. Η παραδοσιακή αντίληψη έλεγε πως κάθε ασθένεια, οδηγούσε σε ένα μοιραίο τέλος, έτσι που χωρίς γιατρό και ιατρική «περιποίηση», όλοι οι άρρωστοι θα πέθαιναν από την αρρώστια τους, όποια κι αν ήταν αυτή. Η παραδοχή ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε κι ότι με σπάνιες εξαιρέσεις (η πιο αξιοσημείωτη είναι η λύσσα) οι άρρωστοι θεραπεύονταν μόνοι τους, ήταν πολύ δύσκολο να το καταπιούν οι άνθρωποι της εποχής. Χρειάστηκε χρόνος και πολύ θάρρος για να ξεριζωθούν οι παλιές ατελέσφορες αντιλήψεις. Πολύ πρόσφατα η τηλεόραση μετάδωσε την απεργία των γιατρών στην Γαλλία. Τις ημέρες της απεργίας οι θάνατοι μειώθηκαν κατά 35%. Ενώ δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή στις περιοχές που δεν είχαν απεργήσει οι γιατροί!

Οι ιστορικοί της εποχής δυσκολεύονται να εξηγήσουν την σταθερά αυξανόμενη ζήτηση για ιατρούς, κλινικές, νοσοκομεία και γενικά ιατρική περίθαλψη που σημειώθηκε μετά το 1860. Θα πίστευε κανείς πως οι ίδιοι οι γιατροί θα είχαν κάθε λόγο να απομακρυνθούν από το επάγγελμα, αφού το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και το πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα υπήρχαν τόσο λίγα πράγματα που μπορούσε να προσφέρει η ιατρική, είτε σε αποτελεσματικά φάρμακα, είτε σε κάποιο είδος τεχνολογικής υποστήριξης. Το όπιο, ο δακτυλίτις, το κινίνο και τα βρομίδια (για τα «νεύρα») ήταν τα κυριότερα όπλα στα χέρια τους. Τι άλλο έκαναν λοιπόν οι ιατροί όλο εκείνο το διάστημα που τους έφερνε πελατεία;

Έκαναν αρκετά πράγματα, ανθρωπιστικής φύσης, χάρη στα οποία έβρισκαν πλατειά απήχηση. Βασικά, έκαναν διαγνώσεις, εξηγούσαν την κατάσταση στους ασθενείς και τις οικογένειές τους, πρόσφεραν ηθική συμπαράσταση κι αναλάμβαναν την ευθύνη. Υπήρχαν βέβαια πολλοί σκεπτικιστές κι επικριτές του επαγγέλματος. Αυτοί όμως υπάρχουν πάντα και για τα πάντα. Ο Μονταίν έγραψε για τους γιατρούς: «Έχω γνωρίσει πολλούς καλούς ανθρώπους, ανάμεσά τους πολλούς αξιαγάπητους. Δεν επιτίθεμαι σ’ αυτούς. Επιτίθεμαι στην τέχνη τους ή την ατεχνία τους. Μόνο ο φόβος του πόνου και του θανάτου και η απερίσκεπτη αναζήτηση της θεραπείας, μας τυφλώνουν. Αυτό που μας κάνει τόσο ευκολόπιστους είναι η δειλία.» Θα προσθέσω ότι η δειλία μας καθιστά γενικά θύματα. (Ήδη ο όρος ‘θυματοποίηση’ έχει γίνει μάθημα στα πανεπιστήμια. Εκεί ερευνάται και εξετάζεται η ‘τέχνη’ του να μας κάνουν θύματα, αλλά και η δική μας νοοτροπία που οδηγεί ακριβώς εκεί.). Ο Μολιέρος κορόιδευε επίσης τους γιατρούς της εποχής του. Ο Ντίκενς έτρεφε κάποια συμπάθεια, αλλά όχι μεγάλη εκτίμηση για τους γιατρούς. Τους παρουσίαζε ως αλλόκοτους εκκεντρικούς τύπους, αλλά συχνά τους ανέθετε βασικό ρόλο στα μυθιστορήματά του. Ο Μπέρναρντ Σω άσκησε καυστική κριτική στην ιατρική, κατακεραυνώνοντάς την για την έπαρση, την αλαζονεία και την περιορισμένη γνώση για την φύση και τον ψυχισμό του ανθρώπου, που επιδρά και στο σώμα του.

Τελικά οι ρίζα των συμπτωμάτων των περισσότερων ασθενειών, είναι η συναισθηματική ευαισθησία ή και η ανωριμότητα, καθώς αυτά απορρέουν από τον φόβο και την άγνοια για την φύση και τις δυνατότητές μας. Σήμερα οι καρδιακές παθήσεις σχεδόν στο σύνολό τους αποδίδονται στο άγχος και το «σύνδρομο ραγισμένης καρδιάς». Ακόμα και ο καρκίνος θεωρείται ψυχοσωματική ασθένεια. Μια 30χρονη έρευνα ψυχολόγων στην Ελβετία, που μελέτησε την ιδιοσυγκρασία και τον χαρακτήρα κατοίκων ενός χωριού. Καταλήγοντας ότι βάσει της ιδιοσυγκρασίας τους και του τρόπου ερμηνείας των γεγονότων και της ακολουθούμενης συμπεριφοράς, και γενικά βάσει της νοοτροπίας τους, θα έφθαναν σε συγκεκριμένες παθήσεις. Η επιτυχία της έρευνας ανήλθε σε 98%. Τι μας λέει αυτό; Ότι ο τρόπος που ζούμε, σκεπτόμαστε και αισθανόμαστε διαμορφώνουν κατά πολύ την συμπεριφορά του σώματος, που με τα συμπτώματά του προσπαθεί, πολλές φορές απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί μας, γνωστοποιώντας τις πραγματικές του ανάγκες, έναντι των πλαστών αναγκών που βάζουμε προτεραιότητα.

Μήπως τα συνηθισμένα συμπτώματα που κυριαρχούν και υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους του πλανήτη, όλες τις εποχές δεν είναι όμοια; Το φούσκωμα, το καταπλάκωμα, το ρίγος ή το κάψιμο (πυρετός), ο κόμπος, το πιάσιμο, η ανησυχία, η δυσφορία, η έλλειψη ψυχικής γαλήνης, η σύγχυση, το θόλωμα, η αίσθηση του σβησίματος, ή η αίσθηση του ασήκωτου βάρους, τάνυσμα κ.λ.π. όμως αυτά είναι αισθήσεις που προηγούνται, συνήθως κατά πολύ, της εμφάνισης μιάς ‘χειροπιαστής’ ασθένειας ή δυσλειτουργίας ενός οργάνου και επηρεασμού του συνόλου του ανθρώπου, ώστε να μην μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερα κι ακέραια στη ζωή και στις υποθέσεις του. Ο συναισθηματικός κόσμος και η ευαισθησία της καρδιάς είναι αυτά που καθορίζουν αυτό που λέμε υγεία του σώματος, και την διαχωρίζουμε από τη νόηση και τις λοιπές συγκινήσεις. Στην ουσία είμαστε ένα ενιαίο σύνολο που πορεύεται στη ζωή, κι αυτά που παρουσιάζει το σώμα δεν είναι παρά ο κοινός παρονομαστής όλων όσων βιώνουμε, καταπιέζουμε ή εκφράζουμε, πιστεύουμε ή απορρίπτουμε, ενστερνιζόμαστε ή αποποιούμαστε.

Η πρώτη αίσθηση όταν εμφανίζεται μια ασθένεια, που συχνά προηγείται κάθε αναγνωρίσιμου συμπτώματος, είναι μια ανησυχία, ή κάποια συνεχής δυσαρέσκεια. Κάτι δεν πηγαίνει καλά και στο βάθος του μυαλού μας αναδεύει η ιδέα του πόνου, της ανημποριάς και του θανάτου. Είναι οι πιο πρωτόγονοι φόβοι μας. Κάτι πρέπει να γίνει και μάλιστα γρήγορα. Ενδόμυχη ευχή είναι «έλα σε παρακαλώ να με βοηθήσεις, ή πήγαινε να φέρεις κάποιον που να μπορεί να με βοηθήσει.» Το ιατρικό επάγγελμα γεννήθηκε από αυτή την αγωνιώδη απαίτηση. Θα περίμενε κανείς, πως ένα τέτοιο λειτούργημα που έχει τις ρίζες του στην απώτατη αρχαιότητα και στην πιο ενδόμυχη απαίτηση του ανθρώπου, θα είχε τεράστια αποθέματα γνώσης, που θα περιείχαν κάθε ψήγμα αρχαίας σοφίας, δοκιμασμένης μέσα στους αιώνες. Δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Βιβλία φυσικά υπάρχουν, αλλά είναι όλα τους κατακαίνουργα και σχεδόν όλη η γνώση που αποκτήθηκε για την ‘μηχανική’ πλευρά του ανθρώπου, αποκτήθηκε μέσα στους τελευταίους μήνες. Η ιατρική πληροφόρηση, όπως φαίνεται, δεν συσσωρεύεται. Απλώς αντικαθιστά τις πληροφορίες που ήδη υπάρχουν, όπως συμβαίνει με τα κομπιούτερ. Η ιατρική που ασκούσαν πριν 50 χρόνια, θα φαινόταν στον σημερινό φοιτητή ή ειδικευόμενο της ιατρικής τόσο αλλόκοτη, όσο κι ο χορός της φυλής Κούνγκ, στο κοινό ενός φεστιβάλ μουσικής σε κάποια Ευρωπαϊκή ή Αμερικάνικη πρωτεύουσα.

Προσωπικά με ενδιαφέρουν οι απόψεις ενός ‘αλεξιπτωτιστή’ σε ένα χώρο. Κι ο λόγος είναι απλός: η παιδική κι αθώα ματιά του, η αδογμάτιστη κι ακατήχητη σκέψη του, έχει ακόμα χώρο ελεύθερης κρίσης κι αυθεντικής συναίσθησης. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Μέλβιν Κόννελ, ανθρωπολόγος που είχε ζήσει μερικά χρόνια στην έρημο Καλαχάρι με την φυλή Κουνγκ Σαν, και σχεδίαζε πιθανόν να γράψει άλλο ένα βιβλίο. Ο κ. Κόννελ δεν είναι ο οποιοσδήποτε. Καθηγητής συγκριτικής συμπεριφοράς στο Χάρβαρντ, όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει γιατρός. Ομολογώ ότι κι εγώ είχα την ίδια επιθυμία, κι έχω κι εγώ την δική μου προσωπική ιστορία να διηγηθώ. Μοιραία λοιπόν με τράβηξε η ιστορία του Μέλβιν που την βρήκα αφάνταστα πιο ελκυστική κι ενδιαφέρουσα από την δική μου. Όμως αναγνώριζα πολλά κοινά στοιχεία, κι ήταν σαν να ανακάλυπτα μια ‘αδερφή ψυχή’ στην πορεία της στην φυλή των ιατρών, συνεπώς έγινε το όργανο γιά μια παράλληλη διήγηση και εξομολόγηση και δικών μου εντυπώσεων που, ίσως, από μόνη μου θα δίσταζα να εκφράσω έτσι απροκάλυπτα. Όταν λοιπόν ο Μέλβιν καθιερώθηκε ως ειδικός στην συγκριτική συμπεριφορά, η περιέργειά του για την ιατρική επιστήμη επέστρεψε δριμύτερη. Φρόντισε να γίνει δεκτός στην Ιατρική του Χάρβαρντ όταν ήταν πάνω από 35 ετών. Ο αλτρουισμός – να προσφέρει στον συνάνθρωπο – ήταν κάτι που τον κινητοποιούσε, αλλά κυρίως ήταν η περιέργεια για το πώς λειτουργεί η φυλή των γιατρών, όταν την παρατηρείς εκ των έσω. Έγραψε ένα βιβλίο: «Σπουδάζοντας Ιατρική: Ένα ταξίδι μύησης στην Ιατρική Παιδεία». Ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το τρίτο έτος σπουδών, όταν οι φοιτητές έχουν τελειώσει πιά τα βασικά επιστημονικά μαθήματα και βρίσκονται με τις άσπρες μπλούζες στους θαλάμους της πανεπιστημιακής κλινικής, μαθαίνοντας να ασκούν την ιατρική και ανακαλύπτοντας ότι έχουν να κάνουν περισσότερο με τον μηχανικό ιατρικό εξοπλισμό και λιγότερο με τους ίδιους τους ασθενείς σαν σκεπτόμενες και συναισθανόμενες οντότητες.

Στην αρχή αυτής της χρονιάς ο Κόννερ, άρχισε να έρχεται αντιμέτωπος με τους αφορισμούς, στους οποίους στηρίζεται παλαιόθεν η ιατρική. Σ’ αντίθεση με τους αφορισμούς γενικά, αυτά τα ψήγματα ιατρικής σοφίας δημιουργούνται εκ νέου από την κάθε γενιά. Μερικά εντούτοις διαθέτουν μακροχρόνια ιστορία. Οι καλύτεροι από όλους όσους ο Κόννερ θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικούς, είναι μια σειρά από παραινέσεις, που άκουσε από κάποιο δάσκαλό του. Για παράδειγμα,
Αν κάτι φέρνει αποτέλεσμα, μην το σταματάς.
Αν δεν φέρνει, σταμάτα το.
Αν δεν ξέρεις τι να κάνεις, μην κάνεις τίποτα.
Η τρίτη συμβουλή, όπως κατάλαβε αργότερα ο Κόννερ, «ήταν πολύ πιο δύσκολη. Ελάχιστα την ακολουθεί ο μέσος γιατρός – αν και είναι σίγουρα η πιο σημαντική». Φυσικά η ασάφεια που πηγάζει από αυτή ακριβώς την λογική παραίνεση, είναι πρωταρχικώς υπεύθυνη για τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη ιατρική, συμπεριλαμβανομένης και της κριτικής από τον τύπο, αλλά και την απαξίωσή της από το κοινό, και όλα τα παρεπόμενα διαφθοράς και αλισβερισίου, και της ζοριστικής παροχής ‘υπηρεσιών’ με το αζημίωτο βέβαια. Οι γιατροί ενδίδουν στις απαιτήσεις των πελατών τους, που επιμένουν τόσο από άγνοια όσο κι από φόβο. Οι γιατροί που γνωρίζουν, υποχωρούν για να ικανοποιήσουν το αίτημα – μάταιο ίσως για την δική τους άποψη, κρίσιμο ίσως για τον συναισθηματικό κόσμο του λεγόμενου ‘ασθενούς’ – αφού ικανοποιηθεί και η δική τους απαίτηση υπό μορφήν ‘μπουρμπουάρ’ ή φιλοδωρήματος ή συναισθηματικού εκβιασμού.

Εν τέλει είναι η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στους γιατρούς και τους ασθενείς, αλλά και η ταυτόχρονη προσκόλληση του ενός προς τον άλλον, το ανερχόμενο κόστος της ίδιας ιατρικής περίθαλψης, η άγνοια για την ψυχοσωματική φροντίδα του εαυτού μας και η έλλειψη πνευματικής παιδείας, μας έχουν φέρει στην κρίσιμη κατάσταση που έχει περιέλθει σήμερα η σχέση γιατρού-ασθενή, αλλά και στην ηθική κρίση που διερχόμαστε όλοι σαν σύνολο. Παρά την επιμονή των οικονομικών παραγόντων να υπολογίζουν τα πάντα με το λεγόμενο «κόστος», και την ανάγκη των γιατρών για ηθική αντιμετώπιση της παρουσίας τους από την ‘διοίκηση’, το όλο σύστημα ασθενεί, ιατρών, ‘ασθενών’, διοικούντων, παθόντων κι όλων μας.

Επιμένουν να επικεντρώνονται στην οικονομική πλευρά του ζητήματος, ωστόσο δεν είναι αυτό το θέμα. Κάθε χρηματική συναλλαγή αποτελεί τον τελευταίο τροχό της αμάξης, στις σχέσεις των ανθρώπων – με διαφορετικές ιδιότητες – μέσα στην κοινωνία, και αντανακλά το ελάχιστο, εν συγκρίσει με τα υπόλοιπα μεγέθη της νοοτροπίας που διακατέχει τους ανθρώπους. Ο βασικός ιστός που μας ενώνει οφείλει να διαπνέεται από νοοτροπία ισότητας, ισονομίας, ισοπολιτείας, ειλικρίνειας, εντιμότητας, αλληλεγγύης, ομαδικής συνεργασίας και αλληλοβοήθειας. Κι αν κάποιοι βρίσκουν δύσκολο να ‘χωνέψουν’ την αξία και την ισοτιμία κάθε ανθρώπου, ασχέτου φύλου, φυλής, θρησκείας, γνώσεων, πεποιθήσεων και οικονομικής κατάστασης, ας κοιτάξουν βαθειά μέσα τους για να ανατρέψουν τα πρότυπα της ρυπαρής ανισότητας που εκκολάπτει ο εγωισμός, η αλαζονεία, ο αποκλεισμός, η στέρηση, η εκδίκηση κι ό,τι άλλο ρύπο εκτρέφει αυτή η παθογόνα νοοτροπία.

Θα εξηγήσω τι εννοώ. Το δίλημμα της σύγχρονης ιατρικής γενικώτερα και το σφάλμα της ιατρικής εκπαίδευσης, είναι η ακαταμάχητη επιθυμία να γίνει κάτι, οτιδήποτε. Ο λεγόμενος ασθενής επιμένει σ’ αυτό, και πολύ συχνά ο γιατρός υπερθεματίζει, παρ’ όλο που βρίσκεται στο σκοτάδι. Και για να πούμε την αλήθεια, παρά την ακριβή επιστημονική γνώση που έχει εισαχθεί στην ιατρική τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν τεράστια ερωτηματικά. Ωστόσο υπάρχουν σήμερα πολλοί αξιόλογοι και περιζήτητοι γιατροί. Μπορούν να αντιμετωπίσουν τις βαρειές ασθένειες πολύ αποτελεσματικότερα από τους προκατόχους τους, και είναι κάτοχοι μιάς παιδείας, που τους επιτρέπει να κατανοούν τους μηχανισμούς της παθογένεσης σε βαθμό που ξεπερνά και την φαντασία των ιατρών του 19ου αιώνα.

Αλλά οι εκφράσεις που περιέγραφαν τους ιατρούς παλαιότερων εποχών, όπως «θερμή συμπάθεια» ή «άσπιλη αγνότητα», «μεγάλη αφοσίωση» ηχούν αναχρονιστικές σήμερα. Ακόμα και η ίδια η αφοσίωση είναι συζητήσιμη όταν μιλάμε γενικά για γιατρούς. Οι σύγχρονοι ασκληπιάδες βρίσκονται περιτριγυρισμένοι από επιτεύγματα της υψηλής τεχνολογίας, τα οποία είναι σε θέση να εμποδίσουν (ή να θεραπεύσουν), αλλά όχι να προλάβουν, τις περισσότερες ασθένειες που άλλοτε σκότωναν τους ανθρώπους σε νεαρή ή μέση ηλικία. Αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα βακτηρίδια και τους ιούς που ήταν υπεύθυνα για τον χαμηλό μέσο όρο ζωής (των 45 ετών) τον 19ο αιώνα. Εντούτοις η ημερήσια διάταξη της ιατρικής εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει ένα μακρύ κατάλογο από μοιραίες ασθένειες, κυρίως χρόνιες παθήσεις των ηλικιωμένων για τις οποίες δεν υπάρχει ακόμα τεχνολογία ικανή να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, αλλά ούτε και η πλήρης κατανόηση των γενεσιουργών αιτιών. Επιπλέον η σχεδόν επιβολή μιας νοοτροπίας ‘συνεργείου αυτοκινήτων’ επικρατεί στα μυαλά των γιατρών και του συστήματος, και δυστυχώς μεταφέρεται και στα μυαλά των ανθρώπων που διακατέχονται από απελπισία. Ένα σωρό άχρηστες αλλά και επιζήμιες ‘ιατρικές πράξεις’ γίνονται καθημερινά στου ‘κασίδη το κεφάλι’. Ποιος έχει το μεγαλύτερο μερίδιο ηθικής ευθύνης; Αυτός που την εκτελεί ή αυτός που την δέχεται άκριτα; Πιστεύω και οι δύο. Η φιλοσοφική κατάρτιση των γιατρών περί ‘φύσεως του ανθρώπου’ και περί ‘θεραπείας’ είναι λιγότερο ενδελεχής απ’ ότι είναι ο ‘Αστερίξ γιατρός’.

Το μέλλον ωστόσο δεν είναι ορατό. Είναι όραμα και ευσεβής πόθος. Η κατανόηση και κυρίως η πρόληψη. Οι τεχνολογίες που βοηθούν στην σωστή διάγνωση είναι εντυπωσιακώς αναποτελεσματικές, ταυτόχρονα όμως σύνθετες και ακριβές. Αυτή η νέα τεχνολογική δραστηριότητα αρχίζει να καταναλώνει τον χρόνο των φοιτητών και ειδικευομένων, ώστε να απομένει συνεχώς λιγότερος χρόνος για την κατανόηση του ανθρώπου και της λειτουργίας του. Αντί για την αργή νωχελική τελετουργία της ανεύρεσης του ιατρικού ιστορικού και την εξ ίσου αργή τελετουργία της εξέτασης, που τις ακολουθούσαν οι εξηγήσεις του προβλήματος, η πρόβλεψη της πιθανής εξέλιξής του, οι προτάσεις θεραπείας, το αφούγκρασμα των αντιρρήσεων του ανθρώπου και η συμπαράσταση στην πορεία αποδοχής κάποιων πραγμάτων, ο ασθενής βλέπει τώρα το νοσοκομείο σαν μια τεράστια στροβιλιζόμενη μηχανή, με όλα όσα το απαρτίζουν – γιατρούς, νοσοκόμες, φοιτητές, επισκέπτες, διοικητική μηχανή, απύθμενα κόστη, κι απρόβλεπτες εξελίξεις – να δημιουργούν μια δύνη που φέρνει περισσότερο σύγχυση παρά ανακούφιση και ίαση ή έστω παρηγοριά.

Οι γιατροί του ιστορικού παρελθόντος, Ασκληπιός, Ιπποκράτης κ.λ.π. καθώς και τα ‘ιατρικά κέντρα’ κάποιας εποχής, Αμφιαράεια και Ασκληπιεία, ήταν τόσο σύνθετα αλλά με νόημα, και κατανόηση του ανθρώπου, όσο απαιτεί η σύνθεση του ψυχισμού, του πνεύματος, και των λειτουργιών του σώματος, που αποτελούν το σύνολο αυτού που λέμε άνθρωπος. Πέρα από την υποδοχή και την απαιτούμενη «θυσία» (αναίμακτη) στο Θείον, υπήρχε η περίοδος ανοίγματος και ειλικρινούς κατάθεσης ψυχής, κι ‘εσωτερικού αδειάσματος’, κάθαρσης, εξέτασης, εξήγησης κατά την δύναμη δεκτικότητας, και πολύ πιο πέρα στην πορεία της θεραπευτικής πορείας, η άσκηση θεραπευτικής αγωγής, που περιλάμβανε φιλοσοφία, θεολογία, ανθρωπολογία, τέχνη, ύπνωση, όνειρα, που οδηγούσαν στην λεγόμενη συγκινησιακή και σωματική κρίση που έφερνε την ίαση. Λουτρά, στοχασμός, περισυλλογή και ιάματα πήγαιναν μαζί κι όλα μέσα στην φύση, αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας του υγιούς ανθρώπου. Οι άνθρωποι του ιστορικού παρελθόντος, παρ’ ότι στερούνταν του πλήθους της μηχανικής υποστήριξης – απαραίτητης κατά περιπτώσεις, ειδικά σε ατυχήματα – είχαν αντίληψη του συνόλου του ανθρώπου. Και σήμερα υπάρχουν παρόμοια κέντρα συνολικής αντίληψης και υποστήριξης του ανθρώπου σε περίπτωση ‘κρίσης’ ή ‘ασθένειας’. Γιατί εν τέλει υπάρχει πηγή πληροφόρησης και σοφίας ‘εκεί επάνω’ που είναι ‘μέσα μας’ που κάποιοι πνευματικοί πρωτοπόροι βρίσκουν πρόσβαση και μας ‘κατεβάζουν’ την άνωθεν πληροφόρηση.

Συμπέρασμα: Παρά την τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας, συνεχίζει να υπάρχει και μάλλον έχει κλιμακωθεί η ηθική και πνευματική έλλειψη, πράγμα που επιτείνει περισσότερο την δημιουργία νέων ασθενειών, εκφυλιστικών καταστάσεων, πολλαπλασιασμό των μολυσματικών ιών και βακτηριδίων, σε βαθμό μη αντιμετωπίσιμο. Κρίνεται αναγκαίο, σύσσωμη η κοινωνία ανθρώπων να ‘βγει από το κουτί-πλαίσιο’ σκέψης και να αναθεωρήσει νοοτροπίες και τρόπους ζωής. Χρειάζεται η εκ νέου σκέψη του όλου ζητήματος του τρόπου ζωής, της σκέψης, της συναίσθησης, των εκ συνηθείας επιλογών του ανθρώπου. Μέχρι τώρα, κάθε επιστημονικός τομέας, χωλαίνει από την εσωστρέφεια και την συσσώρευση πληροφοριών για τον εαυτό του, και για ‘όσους καταλαβαίνουν’. Ωστόσο αυτή η ίδια τακτική προκαλεί και την ‘αναπηρία’ ή την ‘αναποτελεσματικότητά’ του. Χρειάζεται το άνοιγμα κάθε επιστημονικού τομέα, η έρευνα και η διεπιστημονική αναζήτηση αιτιών και αντιμετωπίσεων. Εν τέλει είναι η ομαδική συνεργασία, το μοίρασμα, η συμπόνια και η αλληλοβοήθεια αυτά που θα μας βγάλουν από τα αδιέξοδα της ζωής μας, παρά η απομόνωση και η αυτοδικαίωση.
Όπως λέει ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ περιγράφοντας «Το Αμερικάνικο Όνειρο»: «Όλες οι μορφές ζωής αλληλοσυνδέονται. Κάθε τι είναι δεμένο με το άλλο με την αρχή της αμοιβαιότητας. Ό,τι συμβαίνει στο ένα, συμβαίνει και στο άλλο. Όσο υπάρχει φτώχεια και δυστυχία κανείς δεν μπορεί να είναι πλούσιος ακόμα κι αν έχει ένα δισεκατομμύριο ευρώ». Όλοι έχουμε δικαίωμα στο όνειρο και το μεγαλείο του ανθρώπου, ας διακηρύξουμε κι εμείς το δικό μας «Ελληνικό Όνειρο» για να δημιουργήσουμε το «Ελληνικό Θαύμα», για μια ακόμα φορά στην πορεία της ιστορίας μας.


Βιβλιογραφία:
Λούις Τόμας
Μέλβιν Κόννερ
Πλάτωνας
Πλούταρχος
Διεθνή Επιστημονικά Συνέδρια για την Υγεία και το Περιβάλλον

Παναγιώτης Κουτσοπίνης: Ένας «ασήμαντος πολίτης» τολμά να κάνει μια Δημόσια Έκκληση

Παναγιώτης Κουτσοπίνης: Ένας «ασήμαντος πολίτης» τολμά να κάνει μια Δημόσια Έκκληση